Καλάθι

ΈρευνεςΤρόποι χρήσης

Κάνναβη και χημειοθεραπεία

By 28 Σεπτεμβρίου 2019 No Comments

Κάνναβη και χημειοθεραπεία

(Αναδημοσίευση με μετάφραση του Σίμου Δαλκυριάδη, από: Fundación CANNA, “Cannabis and chemotherapy” https://www.fundacion-canna.es/en/cannabis-and-chemotherapy, By Cristina Sánchez)

Είναι αυξανόμενος ο αριθμός των ατόμων που στρέφονται προς στην κάνναβη αναζητώντας μια συμπληρωματική ή εναλλακτική θεραπευτική επιλογή για τη θεραπεία των ασθενειών τους. Μία από τις ερωτήσεις που θέτουν συνήθως είναι αν μπορούν να χρησιμοποιήσουν κάνναβη ενώ υποβάλλονται σε συμβατικές θεραπείες.

Στην περίπτωση ασθενών με καρκίνο, το συγκεκριμένο ερώτημα είναι εάν η κάνναβη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια των περιόδων χημειοθεραπείας, ανοσοποίησης, ορμονών και ακτινοθεραπείας. Δυστυχώς, δεν έχουν διεξαχθεί αρκετές κλινικές δοκιμές για να δοθεί μια κατηγορηματική απάντηση. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι ασθενείς αντιμετωπίζουν την επιλογή να περιμένουν τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών υψηλής ποιότητας (χωρίς καν να γνωρίζουν το ποιος μπορεί να είναι πρόθυμος να διεξαγάγει τέτοια έρευνα ή το πότε) ή να σταθμίσει τους γνωστούς και δυνητικούς κινδύνους και τα οφέλη και να ενεργήσει αναλόγως. Σε αυτό το άρθρο, θα προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε τις διαθέσιμες πληροφορίες, ώστε να επιτρέψουμε στους ασθενείς και τους γιατρούς να ακολουθήσουν την καλύτερη πορεία δράσης για κάθε μεμονωμένη περίπτωση.

Ιατρική χρήση κάνναβης σε ασθενείς με καρκίνο
Οι ασθενείς με καρκίνο εξετάζουν την κάνναβη με δύο διαφορετικούς –αλλά όχι απαραίτητα αμοιβαία αποκλειόμενους– στόχους: να ανακουφίσουν τις παρενέργειες της θεραπείας του καρκίνου και να επιτύχουν αντι-ογκικές αντιδράσεις. Όσον αφορά τον πρώτο από αυτούς τους στόχους, η THC έχει αποδειχθεί κλινικά ότι εμποδίζει τη ναυτία, τον εμετό και την απώλεια της όρεξης που προκαλείται από τη χημειοθεραπεία[1]. Σε πολλές περιπτώσεις, οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι τόσο σοβαρές ώστε να οδηγήσουν τους ασθενείς να εγκαταλείψουν τη θεραπεία. Η κάνναβη έχει επίσης και άλλες καλά εδραιωμένες ιδιότητες μεγάλου οφέλους για τους καρκινοπαθείς: ως αναλγητικό, αγχολυτικό και ως επαγωγέας ύπνου[1]. Πιο πρόσφατα, οι άνθρωποι που πάσχουν από καρκίνο έχουν επίσης στραφεί στην κάνναβη και για τα υποτιθέμενα αντικαρκινικά αποτελέσματά της. Ενώ είναι αλήθεια ότι ορισμένα κανναβινοειδή έχουν αποδειχθεί ότι έχουν αποκρίσεις αυτού του είδους σε διαφορετικά ζωικά μοντέλα καρκίνου[2], δεν υπάρχουν ακόμη ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές που να επιβεβαιώνουν αυτές τις παρατηρήσεις στον άνθρωπο. Παρόλα αυτά, λόγω του υψηλού προφίλ ασφαλείας, χιλιάδες ασθενείς με ογκολογικά φάρμακα σε όλο τον κόσμο χρησιμοποιούν κάνναβη για να σταματήσουν την εξάπλωση της νόσου ή ακόμη και για να την εξαλείψουν εντελώς. Σε μία από τις δύο περιπτώσεις (παρηγορητικές ή αντικαρκινικές επιδράσεις), μία από τις πρώτες ερωτήσεις που θέτουν οι ασθενείς είναι εάν είναι ασφαλές να συνδυαστεί η συμβατική θεραπεία (χημειοθεραπεία, ανοσοθεραπεία, ορμονοθεραπεία και ακτινοθεραπεία) με την κάνναβη.

Τι υποδηλώνει η προκλινική έρευνα;
Τα πειράματα που διεξήχθησαν τα τελευταία χρόνια σε καλλιέργειες νεοπλασματικών κυττάρων και με ζωϊκά μοντέλα καρκίνου υποδηλώνουν ότι ένας συνδυασμός κανναβινοειδών και τυπικής αντικαρκινικής θεραπείας μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα από οποιαδήποτε από τις δύο προσεγγίσεις από μόνη της. Ένα μεγάλο ποσοστό καρκινοπαθών λαμβάνει χημειοθεραπεία. Αυτή η θεραπεία στοχεύει την ανάπτυξη πολλαπλασιαστικών κυττάρων στο σώμα, προσπαθώντας να εμποδίσει τη διαίρεσή τους και να προκαλέσει το θάνατό τους. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με διάφορες γενικές στρατηγικές. Το πιο συνηθισμένο είναι να παρεμβαίνει στη διαδικασία αντιγραφής του γενετικού υλικού στα κύτταρα και να εμποδίζει την αναδιοργάνωση του κυτταροσκελετού (το εσωτερικό ικρίωμα που δίνει τη μορφή του κυττάρου, του επιτρέπει να κινηθεί και να διευθύνει τον φυσικό διαχωρισμό δύο θυγατρικών κυττάρων διεργασίες διαίρεσης κυττάρων). Τα εργαλεία για την παρεμπόδιση της επανάληψης του DNA των καρκινικών κυττάρων είναι πολυποίκιλα. Περιλαμβάνουν ενώσεις που ενσωματώνουν αλκυλομάδες (όπως τεμοζολομίδη), γέφυρες μεταξύ αλυσίδων DNA (όπως σισπλατίνη), ανάλογα των δομικών τους συστατικών (όπως 5-φθοριοουρακίλη ή 5-FU) και αναστολείς της μηχανής που διατηρούν την τοπολογία του DNA κατά τη διάρκεια της διαδικασίας κυτταρικής διαίρεσης (όπως η ιρινοτεκάνη). Οι προκλινικές μελέτες δείχνουν ότι τα κανναβινοειδή όχι μόνο δεν εμποδίζουν την αντικαρκινική δράση των μελών πολλών από αυτές τις οικογένειες αλλά στην πραγματικότητα την ενισχύουν. Για παράδειγμα, η 5-FU μείωσε τη βιωσιμότητα των καρκινικών κυττάρων του παχέος εντέρου σε καλλιέργειες πολύ πιο αποτελεσματικά όταν συνδυάστηκε με τον κανναβινοειδή αγωνιστή HU-210[3]. Κατά την ίδια κατεύθυνση, η ομάδα του Guillermo Velasco στο Complutense University περιγράφει πώς ένας συνδυασμός τεμοζολομίδης και Δ9-τετραϋδροκανναβινόλης (THC) σε ένα ζωικό μοντέλο γλοιοβλαστώματος προκαλεί μεγαλύτερη αναστολή της ανάπτυξης όγκου από ότι από τις δύο θεραπείες από μόνη της[4]. Όσον αφορά τα φάρμακα που στοχεύουν τον κυτταροσκελετό των διαχωριστικών κυττάρων, η πακλιταξέλη έχει αποδειχθεί ότι έχει συνεργατικά αποτελέσματα όταν συνδυάζεται με το ενδοκανναβινοειδές ανανδαμίδιο. Σε ένα κυτταρικό μοντέλο καρκίνου του στομάχου, ένας συνδυασμός των δύο ενώσεων προκάλεσε μεγαλύτερο κυτταρικό θάνατο μέσω της απόπτωσης από οποιαδήποτε από τις δύο ενώσεις από μόνη της[5].

Εκτός από τη χημειοθεραπεία, πολλοί ασθενείς με καρκίνο λαμβάνουν θεραπεία ακτινοθεραπείας. Αυτό συνεπάγεται την έκθεση των κυττάρων του όγκου σε ακτινοβολία υψηλής ενέργειας για να προκαλέσουν αλλοιώσεις που θα σταματήσουν την κυτταρική διαίρεση και θα προκαλέσουν το θάνατό τους. Όπως και στην περίπτωση της χημειοθεραπείας, υπάρχουν προκλινικά στοιχεία που υποδηλώνουν ότι τα κανναβινοειδή ενδέχεται να ευαισθητοποιήσουν τους όγκους σε αυτόν τον τύπο θεραπείας. Ο Scott και οι συνεργάτες του, για παράδειγμα, έδειξαν ότι ένας συνδυασμός υπομέγιστων δόσεων (δηλαδή δόσεων που ασκούν πολύ διακριτές αντι-ογκικές επιδράσεις από μόνες τους) της THC και της κανναβιδιόλης (CBD) και της ακτινοβολίας, προκάλεσε δραματική μείωση της ανάπτυξης των γλοιοβλαστωμάτων που δημιουργήθηκαν σε ποντίκια[6].

Τι λέει η έρευνα στον άνθρωπο;
Μέχρι σήμερα, μόνο μία κλινική δοκιμή διεξήχθη ειδικά για την ανάλυση της συνδυασμένης επίδρασης των κανναβινοειδών και ενός αντικαρκινικού φαρμάκου. Αυτή η δοκιμή, που διεξήχθη σε νοσοκομεία στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Γερμανία μεταξύ ασθενών με επαναλαμβανόμενο γλοιοβλάστωμα, ανέλυσε την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του συνδυασμού θεμοζολομίδης και Sativex, ενός κανναβινοειδούς φαρμάκου που περιέχει περίπου την ίδια ποσότητα THC και CBD. Αν και τα αποτελέσματα της δοκιμής δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί, ένα δελτίο τύπου που κυκλοφόρησε από τον προωθητή (GW Pharmaceuticals) φαίνεται να δείχνει ότι δεν υπήρχαν αρνητικές αλληλεπιδράσεις φαρμάκων:
“A Safety Study of Sativex Compared With Placebo (Both With Dose-intense Temozolomide) in Recurrent Glioblastoma Patients” (Μια μελέτη ασφάλειας του Sativex σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο (αμφότερα με έντονη δόση τεμοζολομίδης) σε ασθενείς με υποτροπιάζων γλοιοβλάστωμα), GW Research Ltd.
https://clinicaltrials.gov/ct2/show/NCT01812616…
και
“GW Pharmaceuticals Achieves Positive Results in Phase 2 Proof of Concept Study in Glioma” (Η GW Pharmaceuticals επιτυγχάνει θετικά αποτελέσματα στη φάση 2 απόδειξη μελέτης στο γλοίωμα)
https://www.gwpharm.com/…/gw-pharmaceuticals-achieves-posit…
“…Η μελέτη έδειξε ότι οι ασθενείς με τεκμηριωμένο επαναλαμβανόμενο GBM που έλαβαν θεραπεία με THC: CBD είχαν 83% ποσοστό επιβίωσης ενός έτους σε σύγκριση με 53% για τους ασθενείς στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p = 0,042). Η μέση επιβίωση για την ομάδα THC:CBD ήταν μεγαλύτερη από 550 ημέρες σε σύγκριση με 369 ημέρες στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Η THC:CBD ήταν γενικά καλά ανεκτή με αναδυόμενα ανεπιθύμητα συμβάντα που οδήγησαν σε διακοπή σε δύο ασθενείς σε κάθε ομάδα. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν έμετος (75%), ζάλη (67%) ναυτία (58%), κεφαλαλγία (33%) και δυσκοιλιότητα (33%). Τα αποτελέσματα κάποιων αναλύσεων βιοδεικτών αναμένονται ακόμη…”

Αν και αυτή είναι η μοναδική κλινική δοκιμή που έχει σχεδιαστεί ειδικά για την ανάλυση της ασφάλειας των συνδυασμένων θεραπειών, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι πολλές δοκιμές έχουν πραγματοποιηθεί με φαρμακευτικά κανναβινοειδή σε ογκολογικούς πληθυσμούς ακολουθώντας συμβατικές αντικαρκινικές θεραπείες. Για παράδειγμα, μόνο με το Sativex, πραγματοποιήθηκαν επτά κλινικές δοκιμές για να αναλυθεί η επίδρασή του στον ογκολογικό πόνο μεταξύ των ασθενών με καρκίνο. Κανένα από τα άτομα δεν ανέφερε αρνητικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων. Παρομοίως, δεν έχουν ανιχνευθεί αρνητικές επιδράσεις που σχετίζονται με τον συνδυασμό φαρμάκων σε άλλες δοκιμές που διεξάγονται για την ανάλυση της αναλγητικής δράσης των κανναβινοειδών φαρμάκων σε περιπτώσεις νευροπαθητικού πόνου που προκαλείται από την ίδια τη χημειοθεραπεία. Τέλος, και όχι λιγότερο σημαντικό, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι μία από τις ελάχιστες εγκεκριμένες ιατρικές χρήσεις των κανναβινοειδών φαρμάκων είναι για τη θεραπεία της ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από τη χημειοθεραπεία. Κατ’ αρχήν, τουλάχιστον, αυτό υποδηλώνει ότι ο συνδυασμός των δύο θεραπευτικών στρατηγικών δεν πρέπει να προκαλέσει κανένα πρόβλημα.

Προφυλάξεις
Ενώ είναι αλήθεια ότι οι συσσωρευμένες προκλινικές και κλινικές ενδείξεις έως σήμερα δείχνουν ότι η κάνναβη μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια σε συνδυασμό με τη χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία, υπάρχουν ορισμένα θέματα που πρέπει να εξεταστούν λεπτομερέστερα. Ένα από αυτά είναι η πιθανή παρεμπόδιση των κανναβινοειδών –ιδιαίτερα της CBD– με το σύστημα αποτοξίνωσης του κυτοχρώματος p450 (CYP). Αυτό το σύστημα είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό πολλών διαφορετικών ενώσεων (συμπεριλαμβανομένων πολλών από τα φάρμακα που συνήθως λαμβάνουμε), αποτοξινώνοντας τες και μετατρέποντάς τες έτσι σε μεταβολίτες που είναι μη τοξικοί για το σώμα. Έχει περιγραφεί ότι τόσο η THC όσο και, ειδικότερα, η CBD είναι ικανές να αναστέλλουν ορισμένες ισομορφές CYP[7], οι οποίες μπορεί να αυξήσουν τον χρόνο ημιζωής των επεξεργασιών που επεξεργάζονται με αυτά τα ένζυμα ως αποτέλεσμα του μη μεταβολισμού των φαρμάκων. Άλλες ενώσεις που χρησιμοποιούνται από αυτούς τους ασθενείς, όπως η ταμοξιφαίνη, χορηγούνται με τη μορφή προφαρμάκων, οι οποίες ενεργοποιούνται μόνο όταν υποβάλλονται σε επεξεργασία από το CYP. Έτσι, ο συνδυασμός αυτών των προφαρμάκων με κανναβινοειδή θα μπορούσε καταρχήν να μειώσει τη βιοδιαθεσιμότητα των αντίστοιχων δραστικών μορφών. Τέλος, πολλά από τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται από τους ασθενείς με καρκίνο (αντικαρκινικά φάρμακα, αντικαταθλιπτικά, προστατευτικά του στομάχου, αναλγητικά κλπ.) αναστέλλουν το σύστημα CYP, το οποίο είναι επίσης υπεύθυνο για την αποτοξίνωση τόσο της THC όσο και της CBD και συνεπώς η ταυτόχρονη χρήση κάνναβης και αυτά τα φάρμακα θα αυξήσουν τον χρόνο ημιζωής των κανναβινοειδών. Ωστόσο, καμία από αυτές τις δυνητικές αλληλεπιδράσεις δεν φαίνεται να είναι αρκετά σημαντική για να συμβουλεύει τη συνδυασμένη χρήση κάνναβης και άλλων θεραπειών. Πρώτον, η αναστολή του CYP in vitro με THC και CBD συμβαίνει σε πολύ υψηλές συγκεντρώσεις, πάνω από τα μέγιστα που παρατηρούνται στις κλινικές δοκιμές. Δεύτερον, η κλινική πείρα δείχνει ότι οι αλληλεπιδράσεις αυτές μπορούν εύκολα να αντιμετωπιστούν πραγματοποιώντας μικρές αλλαγές στη δοσολογία. Για παράδειγμα, έχει περιγραφεί δυνητικά αρνητική αλληλεπίδραση μεταξύ της CBD και της κλοβαζάμης (Onfi), μιας βενζοδιαζεπίνης που χρησιμοποιείται ως συν-ενισχυτικό σε μορφές επιληψίας που δεν ανταποκρίνονται στις συμβατικές θεραπείες. Η συνδυασμένη χρήση των δύο φαρμάκων συσχετίστηκε με μεγαλύτερα επίπεδα κλοβαζάμης στο πλάσμα και αύξηση των παρενεργειών του (μετά από ένα τυπικό πρότυπο υπερβολικής δόσης). Αυτά μειώθηκαν εύκολα μειώνοντας τη δόση αυτής της ένωσης[8]. Επομένως, είναι σημαντικό οι ασθενείς που χρησιμοποιούν κάνναβη για ιατρικούς σκοπούς να το αναφέρουν στον γιατρό τους, ώστε να μπορούν να λάβουν υπόψη αυτές τις πιθανές αλληλεπιδράσεις και, εάν είναι απαραίτητο, να προσαρμόσουν τη δόση οποιασδήποτε θεραπείας λαμβάνουν.

Ένα άλλο ζήτημα που απαιτεί περαιτέρω ανάλυση είναι η πιθανή παρέμβαση μεταξύ επεξεργασιών με κανναβινοειδή που περιέχουν CBD και συμπληρώματα αντιοξειδωτικών. Αυτό το κανναβινοειδές παράγει αντικαρκινικές αποκρίσεις σε διαφορετικά κυτταρικά και ζωϊκά μοντέλα καρκίνου. Αν και οι μοριακοί μηχανισμοί με τους οποίους συμβαίνει αυτό το φαινόμενο είναι πολυποίκιλοι, ένας από αυτούς που φαίνεται να έχουν το μεγαλύτερο βάρος είναι η παραγωγή αντιδραστικών ειδών οξυγόνου (reactive oxygen species, ROS)[2], ακριβώς ο τύπος των ενώσεων στις οποίες ασκούν ένα αποτέλεσμα τα αντιοξειδωτικά. Επομένως, θα μπορούσε κανείς να εξετάσει εάν τα αντιοξειδωτικά συμπληρώματα θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν την πιθανή αντικαρκινική δράση της CBD. Πράγματι, η χρήση αντιοξειδωτικών κατά τη διάρκεια της αντικαρκινικής θεραπείας εξακολουθεί να είναι αμφιλεγόμενη μεταξύ των ογκολόγων. Από τη μία πλευρά, οι τοξικές επιδράσεις σε οξειδωτικό στρες στα ογκικά κύτταρα (που δημιουργούνται από τους ίδιους τους όγκους ή από τη θεραπεία) θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με αντιοξειδωτικά συμπληρώματα. Ωστόσο, αυτά τα συμπληρώματα ενδέχεται να εμποδίσουν τις επιβλαβείς επιδράσεις του οξειδωτικού στρες στα καρκινικά κύτταρα. Προς το παρόν, η συναίνεση φαίνεται να είναι ότι δεν υπάρχουν ακόμη αρκετά επιστημονικά στοιχεία που να υποστηρίζουν τη χρήση αντιοξειδωτικών σε καρκινοπαθείς κατά τη διάρκεια αντικαρκινικών θεραπειών[9].

Τέλος, ένα άλλο ζήτημα που απαιτεί πρόσθετη μελέτη είναι η χρήση κάνναβης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ανοσοθεραπεία. Πρόκειται για ένα είδος θεραπευτικής στρατηγικής που χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο στον τομέα της ογκολογίας. Ο τελικός στόχος του είναι να τονώσει την ανοσολογική απόκριση του ασθενούς, ώστε να καταστρέψει τα κύτταρα του όγκου. Έχει αποδειχθεί ευρέως ότι διαφορετικά στοιχεία του ανοσοποιητικού συστήματος (Β και Τ λεμφοκύτταρα, μακροφάγα, μονοκύτταρα, κλπ.) Διαθέτουν ένα λειτουργικό ενδοκανναβινοειδές σύστημα, το οποίο ασκεί ανοσοτροποποιητικά αποτελέσματα[10]. Τα αποτελέσματα από ορισμένες προκλινικές και κλινικές μελέτες δείχνουν ότι τα κανναβινοειδή ασκούν ανοσοκατασταλτικά αποτελέσματα[10], τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα πιθανό πρόβλημα όταν οι θεραπείες κάνναβης συνδυάζονται με ανοσοθεραπεία. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η χρήση (ακόμη και η χρόνια χρήση) κάνναβης συνδέεται με την εμφάνιση ή την επιδείνωση μολυσματικών ασθενειών ή όγκων, ακόμη και σε άτομα με ανοσοκαταστολή, όπως για παράδειγμα ασθενείς με HIV[10]. Εν πάση περιπτώσει, απαιτούνται επειγόντως περισσότερες έρευνες, τόσο προκλινικές όσο και κλινικές, για την επίλυση όλων αυτών των ερωτημάτων και για να είναι σε θέση να παρέχουν αυστηρές πληροφορίες τόσο στους ασθενείς όσο και στους επαγγελματίες υγείας που τις συνοδεύουν στις θεραπείες τους.

Βιβλιογραφικές αναφορές:
1. Abrams DI, Guzman M. Cannabis in cancer care. (Η κάνναβη στην φροντίδα του καρκίνου) Clin Pharmacol Ther. 2015;97(6):575-86.
https://escholarship.org/uc/item/6367m6vj.pdf
Περίληψη
“Η κάνναβη έχει χρησιμοποιηθεί στην ιατρική για χιλιάδες χρόνια πριν από την επιβολή της τρέχουσας κατάστασης ως μιας παράνομης ουσίας. Τα κανναβινοειδή, τα ενεργά συστατικά του φυτού Cannabis sativa, μιμούνται τα αποτελέσματα των ενδογενών κανναβινοειδών (ενδοκανναβινοειδή), ενεργοποιώντας συγκεκριμένους υποδοχείς κανναβινοειδών, ιδιαίτερα τον CB1 που βρίσκεται κυρίως στο κεντρικό νευρικό σύστημα και τον CB2 που βρίσκεται κυρίως σε κύτταρα που εμπλέκονται στην ανοσολογική λειτουργία. Η δέλτα-9-τετραϋδροκανναβινόλη (THC), το κύριο βιοδραστικό κανναβινοειδές στο φυτό, είναι διαθέσιμη ως φάρμακο που χορηγείται με ιατρική συνταγή και έχει εγκριθεί για τη θεραπεία της ναυτίας και του εμέτου και της ανορεξίας που σχετίζεται με το σύνδρομο απίσχανσης στο AIDS. Τα κανναβινοειδή μπορεί να είναι επωφελή για τη θεραπεία του καρκίνου που σχετίζεται με τον πόνο, πιθανώς συνεργατικά με τα οπιοειδή αναλγητικά. Τα κανναβινοειδή έχουν αποδειχθεί ωφέλιμα για τη θεραπεία της περιφερικής νευροπάθειας που σχετίζεται με τον HIV, γεγονός που υποδηλώνει ότι μπορεί να είναι άξια μελέτης σε ασθενείς με άλλα νευροπαθητικά συμπτώματα. Τα κανναβινοειδή έχουν ευνοϊκό προφίλ ασφάλειας φαρμάκων, αλλά η ιατρική τους χρήση περιορίζεται κυρίως από τις ψυχοδραστικές τους επιδράσεις και την περιορισμένη βιοδιαθεσιμότητα τους (λόγω της πολύ αυστηρής απαγόρευσης του φυτού της κάνναβης)”.
2. Velasco G, Sánchez C, Guzmán M. Potencial antitumoral de los cannabinoides. En: Efectos terapéuticos de los cannabinoides. (Αντικαρκινικό δυναμικό των κανναβινοειδών. Σε: θεραπευτικές επιδράσεις των κανναβινοειδών) Ed: Instituto Universitario de Investigación en Neuroquímica de la Universidad Complutense de Madrid. 2017 p. 129-38.
“Anticancer mechanisms of cannabinoids” (Αντικαρκινικοί μηχανισμοί των κανναβινοειδών)
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/…/PMC47911…/pdf/conc-23-s23.pdf
Περίληψη
“Εκτός από τις γνωστές καταπραϋντικές επιδράσεις των κανναβινοειδών σε μερικά συμπτώματα που σχετίζονται με τον καρκίνο, ένα μεγάλο σύνολο στοιχείων δείχνει ότι αυτά τα μόρια μπορούν να μειώσουν την ανάπτυξη του όγκου σε ζωϊκά μοντέλα καρκίνου. Αυτό επιτυγχάνεται με τη διαμόρφωση κυτταρικών οδών σηματοδότησης που εμπλέκονται στον έλεγχο του πολλαπλασιασμού των καρκινικών κυττάρων και της επιβίωσης. Επιπλέον, τα κανναβινοειδή αναστέλλουν την αγγειογένεση και μειώνουν τη μετάσταση σε διάφορους τύπους όγκων στα εργαστηριακά πειραματόζωα. Σε αυτήν την ανασκόπηση, συζητούμε την τρέχουσα κατανόηση των κανναβινοειδών ως αντικαρκινικών παραγόντων, εστιάζοντας στις πρόσφατες ανακαλύψεις σχετικά με τους μοριακούς μηχανισμούς δράσης τους, συμπεριλαμβανομένων των μηχανισμών αντίστασης και ευκαιριών για την χρήση τους στη συνδυασμένη θεραπεία. Αυτές οι παρατηρήσεις έχουν ήδη συμβάλει στη θεμελίωση της ανάπτυξης των πρώτων κλινικών μελετών που θα αναλύσουν την ασφάλεια και το πιθανό κλινικό όφελος των κανναβινοειδών ως αντικαρκινικών παραγόντων”.
3. Gustafsson SB, Lindgren T, Jonsson M, Jacobsson SO. Cannabinoid receptor-independent cytotoxic effects of cannabinoids in human colorectal carcinoma cells: synergism with 5-fluorouracil. (Κυτταροτοξικές επιδράσεις των κανναβινοειδών σε ανθρώπινα κύτταρα ορθοκολικού καρκίνου ανεξάρτητα από υποδοχέα κανναβινοειδών: συνεργία με 5-φθοριοουρακίλη) Cancer Chemother Pharmacol. 2009;63(4):691-701.
https://sci-hub.cc/10.1007/s00280-008-0788-5
Περίληψη
“Τα κανναβινοειδή (CBs) έχουν βρεθεί ότι ασκούν αντιπολλαπλασιαστικά αποτελέσματα σε μια ποικιλία καρκινικών κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων κυττάρων καρκίνου του παχέος εντέρου. Ωστόσο, λίγα είναι γνωστά σχετικά με τους μηχανισμούς σηματοδότησης πίσω από την αντικαρκινική επίδραση σε αυτά τα κύτταρα, είτε τα αποτελέσματα μοιράζονται τα ενδογενή λιπίδια που σχετίζονται με τα ενδοκανναβινοειδή, είτε τα αποτελέσματα είναι συνεργατικά με τα θεραπευτικά παραδείγματα που χρησιμοποιούνται σήμερα στην κλινική. Σκοπός αυτής της προκλινικής μελέτης ήταν η διερεύνηση της επίδρασης των συνθετικών και ενδογενών CB και των σχετικών λιπαρών οξέων τους στη βιωσιμότητα των κυττάρων Caco-2 ανθρώπινου παχέος εντέρου και για να προσδιοριστεί κατά πόσο τα CB αποτελέσματα είναι συνεργατικά με εκείνα που παρατηρούνται με τον ανταγωνιστή της πυριμιδίνης 5- φθοριοουρακίλης (5-FU). Το συνθετικό CB HU 210, το ενδογενές CB ανανδαμίδιο, το ενδογενές δομικό ανάλογο του ανανδαμιδίου, η Ν-αραχιδονυλογλυκίνη (NAGly), καθώς και τα σχετικά πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, αραχιδονικό οξύ και εικοσαπεντανοϊκό οξύ έδειξαν αντιπολλαπλασιαστικά και κυτταροτοξικά αποτελέσματα στα κύτταρα Caco-2 , όπως μετράται με τη χρήση της ανάλυσης ενσωμάτωσης [(3)Η]-θυμιδίνης, της δοκιμασίας πολλαπλασιασμού CyQUANT και του φθορισμού καλσεΐνης-ΑΜ. HU 210 ήταν η πιο ισχυρή ένωση που εξετάστηκε, ακολουθούμενη από ανανδαμίδη, ενώ η NAGly έδειξε ίση ισχύ και αποτελεσματικότητα ως τα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα. Επιπλέον, τα HU 210 και 5-FU παρήγαγαν συνεργατικές επιδράσεις στα κύτταρα Caco-2, αλλά όχι στις κυτταρικές γραμμές ανθρώπινου καρκίνου του παχέος εντέρου HCT116 ή ΗΤ29. Οι εξετασθείσες ενώσεις παρήγαγαν κυτταροτοξικές και όχι αντιπολλαπλασιαστικές δράσεις, με έναν μηχανισμό που δεν περιλάμβανε υποδοχείς CB, καθώς οι ανταγωνιστές υποδοχέα CB AM251 και AM630 δεν εξασθένισαν τα αποτελέσματα, ούτε έκανε την τοξίνη του κοκκύτη. Ωστόσο, η άλφα-τοκοφερόλη και ο αναστολέας συνθετάσης νιτρικού οξειδίου L-NAME εξασθένησαν την τοξικότητα του CB, υποδηλώνοντας την εμπλοκή του οξειδωτικού στρες. Συμπεραίνεται ότι το σύστημα CB μπορεί να παράσχει νέους στόχους για την ανάπτυξη φαρμάκων για την αντιμετώπιση του καρκίνου του παχέος εντέρου”.
4. Torres S, Lorente M, Rodriguez-Fornes F, Hernandez-Tiedra S, Salazar M, Garcia-Taboada E, et al. A combined preclinical therapy of cannabinoids and temozolomide against glioma. (Μια συνδυασμένη προκλινική θεραπεία των κανναβινοειδών και της τεμοζολομίδης κατά του γλοιώματος) Mol Cancer Ther. 2011;10(1):90-103.
https://sci-hub.cc/10.1158/1535-7163.MCT-10-0688
Περίληψη
“Το πολύμορφο γλοιοβλάστωμα (glioblastoma multiforme, GBM) είναι εξαιρετικά ανθεκτικό στις τρέχουσες αντικαρκινικές θεραπείες, γεγονός που καθιστά ζωτικής σημασίας την εξεύρεση νέων θεραπευτικών στρατηγικών με στόχο τη βελτίωση της κακής πρόγνωσης των ασθενών που πάσχουν από αυτή την ασθένεια. Η δ9-τετραϋδροκανναβινόλη (THC), το κύριο δραστικό συστατικό της μαριχουάνας και άλλοι αγωνιστές των υποδοχέων κανναβινοειδών, αναστέλλουν την ανάπτυξη όγκων σε ζωϊκά μοντέλα καρκίνου, συμπεριλαμβανομένου του γλοιώματος, ένα αποτέλεσμα που στηρίζεται, τουλάχιστον εν μέρει, στη διέγερση της αυτοφαγο- προκαλούμενης απόπτωσης σε κύτταρα όγκου. Εδώ, δείχνουμε ότι η συνδυασμένη χορήγηση THC και τεμοζολομίδης (TMZ, παράγοντας αναφοράς για τη διαχείριση GBM) ασκεί ισχυρή αντικαρκινική δράση σε ξενομοσχεύματα γλοιώματος, ένα αποτέλεσμα που παρατηρείται επίσης σε όγκους που είναι ανθεκτικοί στη θεραπεία με TMZ. Η συνδυασμένη χορήγηση THC και TMZ αύξησε την αυτοφαγία, ενώ η φαρμακολογική ή γενετική αναστολή αυτής της διαδικασίας απέτρεψε τον κυτταρικό θάνατο που προκαλείται από τον συνδυασμό TMZ + THC, υποστηρίζοντας ότι η ενεργοποίηση της αυτοφαγίας παίζει έναν κρίσιμο ρόλο στον μηχανισμό δράσης αυτού του συνδυασμού φαρμάκων. Η χορήγηση υπο-μέγιστων δόσεων THC και κανναβιδιόλης (CBD, ένα άλλο φυτικό κανναβινοειδές που προκαλεί επίσης κυτταρικό θάνατο σε γλοίωμα μέσω μηχανισμού δράσης διαφορετικής από εκείνη της THC) μειώνει αξιοσημείωτα την ανάπτυξη των ξενομοσχευμάτων του γλοιώματος. Επιπλέον, η θεραπεία με ΤΜΖ και υπομέγιστες δόσεις THC και CBD παρήγαγε ισχυρή αντικαρκινική δράση και στους δύο όγκους που είναι ευαίσθητοι στην ΤΜΖ και που είναι ανθεκτικοί στην ΤΜΖ. Συνολικά, τα συμπεράσματά μας υποστηρίζουν ότι η συνδυασμένη χορήγηση της TMZ και των κανναβινοειδών θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί θεραπευτικά για τη διαχείριση του GBM”.
5. Miyato H, Kitayama J, Yamashita H, Souma D, Asakage M, Yamada J, et al. Pharmacological synergism between cannabinoids and paclitaxel in gastric cancer cell lines. (Φαρμακολογική συνεργία μεταξύ κανναβινοειδών και πακλιταξέλης σε κυτταρικές σειρές γαστρικού καρκίνου) J Surg Res. 2009;155(1):40-7.
https://sci-hub.cc/10.1016/j.jss.2008.06.045
Περίληψη
“Η από του στόματος εφαρμόσιμη δέλτα9-τετραϋδροκανναβινόλη (THC) και τα συνθετικά της παράγωγα έχουν χρησιμοποιηθεί ως αντιεμετικά φάρμακα κατά τη διάρκεια χημειοθεραπείας σε ασθενείς με καρκίνο. Ωστόσο, δεν είναι καλά γνωστό πώς τα κανναβινοειδή επηρεάζουν τις επιδράσεις των χημειοθεραπευτικών παραγόντων στους κακοήθεις όγκους. Σε αυτή τη μελέτη, ερευνήσαμε πώς το ενδογενές κανναβινοειδές ανανδαμίδιο (anandamide, AEA) αλλάζει το αποτέλεσμα της πακλιταξέλης στις κυτταρικές σειρές του γαστρικού καρκίνου. Στην ανθρώπινη κυτταρική γραμμή γαστρικού καρκίνου, HGC-27, που εκφράζει τον κανναβινοειδές υποδοχέα 1 (CB1), το ΑΕΑ διεγείρει τον πολλαπλασιασμό σε συγκεντρώσεις κάτω από 1 microM, ενώ καταστέλλει έντονα τον πολλαπλασιασμό μέσω της επαγωγής απόπτωσης στα 10 microM. Αυτό το διτροπικό αποτέλεσμα αναπαράχθηκε από έναν επιλεκτικό αγωνιστή CB1, αραχιδονυλ-2-χλωρο διαιθυλαμίδιο, αν και τα αποτελέσματα ήταν λιγότερο έντονα. Όταν χρησιμοποιήθηκε ΑΕΑ με πακλιταξέλη, το ΑΕΑ στα 10 microM ενίσχυσε συνεργατικά το κυτταροτοξικό αποτέλεσμα της πακλιταξέλης, ενώ δεν έδειξε σημαντική επίδραση σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις. Η ανάλυση κυτταρομετρίας ροής αποκάλυψε ότι η προσθήκη 10 microM AEA συνεργατικά ενισχυμένης απόπτωσης που προκαλείται από πακλιταξέλη, πιθανώς μέσω της ενεργοποίησης της κασπάσης-3, -8 και -9. Τα αποτελέσματά μας υποδηλώνουν ότι τα κανναβινοειδή θα μπορούσαν να αποτελέσουν καλό παρηγορητικό παράγοντα για ασθενείς με καρκίνο που λαμβάνουν πακλιταξέλη”.
6. Scott KA, Dalgleish AG, Liu WM. The combination of cannabidiol and Delta9-tetrahydrocannabinol enhances the anticancer effects of radiation in an orthotopic murine glioma model. (Ο συνδυασμός κανναβιδιόλης και δέλτα9-τετραϋδροκανναβινόλης ενισχύει τις αντικαρκινικές επιδράσεις της ακτινοβολίας σε ένα ορθοτοπικό μοντέλο γλοιώματος ποντικού) Mol Cancer Ther. 2014;13(12):2955-67.
https://sci-hub.cc/10.1158/1535-7163.MCT-14-0402
Περίληψη
“Γλοίωμα υψηλού βαθμού κακοήθειας είναι ένας από τους πιο επιθετικούς καρκίνους σε ενήλικους ανθρώπους και τα ποσοστά μακροπρόθεσμης επιβίωσης είναι πολύ χαμηλά καθώς οι πρότυπες θεραπείες για γλοίωμα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεπιτυχείς. Έχουν τα κανναβινοειδή δειχθεί ότι αναστέλλουν την ανάπτυξη του γλοιώματος Συγκεκριμένα, καθώς εξουδετερώνουν ογκογόνες διαδικασίες όπως η αγγειογένεση. Σε μία προσπάθεια να βελτιωθεί η αύξηση στο αποτέλεσμα της θεραπείας, ερευνήσαμε την επίδραση της Δ(9)τετραϋδροκανναβινόλης (THC) και της κανναβιδιόλη (CBD) μόνες τους και σε συνδυασμό τόσο με ακτινοθεραπεία σε έναν αριθμό κυτταρικών γραμμών γλοιώματος (T98G, U87MG και GL261). Τα κανναβινοειδή χρησιμοποιήθηκαν σε δύο μορφές, καθαρή (pure, Ρ) και ως βοτανική φαρμακευτική ουσία (botanical drug substance, BDS). Τα αποτελέσματα έδειξαν κατά τη διάρκεια και της δοσοεξαρτώμενης μείωσης στην κυτταρική βιωσιμότητα με κάθε κανναβινοειδές THC και πρότεινε ότι ήταν περισσότερο αποτελεσματική THC-BDS από ότι η THC-P, ενώ, αντιστρόφως, η CBD-P ήταν πιο αποτελεσματική από ότι η CBD-BDS. Η ανάλυση του μέσου αποτελέσματος αποκάλυψε όλους τους συνδυασμούς να είναι υπερ-δραστήριοι [T98G δείκτης 48-ωρου συνδυασμού (CI) σε FU50, 0,77 – 1,09]. Ομοίως, η προκατεργασία κυττάρων με THC-Ρ και CBD-Ρ μαζί για 4 ώρες πριν από την ακτινοβόληση, αυξημένη ραδιοευαισθησία σε σύγκριση με την προκατεργασία τους και με τα δυο κανναβινοειδή ατομικά. Η αύξηση της ραδιοευαισθησίας συσχετίστηκε με την αύξηση των δεικτών αυτοφαγίας και απόπτωσης. Αυτά τα in vitro αποτελέσματα ανακεφαλαιώθηκαν σε ένα ορθοτοπικό μοντέλο ποντικού για γλοίωμα, το οποίο έδειξε δραματικές μειώσεις στους όγκους των όγκων όταν χρησιμοποιήθηκαν και τα δύο κανναβινοειδή με ακτινοβολία (ημερησίας 21:5,5 ± 2,2 mm (3) έναντι 48,7 ± 24,9 mm (3) στην ομάδα ελέγχου, Ρ <0,01). Συνοψίζοντας, τα δεδομένα μας υπογραμμίζουν την πιθανότητα ότι αυτά τα κανναβινοειδή μπορούν να προκαλέσουν τα κύτταρα του γλοιώματος να ανταποκριθούν καλύτερα στην ιονίζουσα ακτινοβολία και να προτείνουν ένα πιθανό κλινικό όφελος για τους ασθενείς με γλοίωμα χρησιμοποιώντας αυτές τις δύο μεθόδους θεραπείας”.
7. García de Palau M, Bouso JC. Desarrollo de programas de cannabis medicinal. Riesgos asociados a los tratamientos con cannabis. En: Efectos terapéuticos de los cannabinoides. (Ανάπτυξη προγραμμάτων ιατρικής κάνναβης. Κίνδυνοι που συνδέονται με τις θεραπείες κάνναβης. Σε: Θεραπευτικές επιδράσεις των κανναβινοειδών) Ed: Instituto Universitario de Investigación en Neuroquímica de la Universidad Complutense de Madrid. 2017. p. 219-34.
8. Geffrey AL, Pollack SF, Bruno PL, Thiele EA. Drug-drug interaction between clobazam and cannabidiol in children with refractory epilepsy. (Η αλληλεπίδραση φαρμάκου με φάρμακο μεταξύ κλοβαζάμης και κανναβιδιόλης σε παιδιά με ανθεκτική επιληψία) Epilepsia. 2015;56(8):1246-51.
https://sci-hub.cc/10.1111/epi.13060
Περίληψη
“ΣΚΟΠΟΣ: Σύμφωνα με τη δοκιμή διερεύνησης νέας φαρμακευτικής αγωγής (investigational new drug, IND), η κανναβιδιόλη (CBD) μελετάται ως πιθανή επικουρική θεραπεία της ανθεκτικής επιληψίας στα παιδιά. Από τα 25 άτομα στη δοκιμή, 13 υποβλήθηκαν σε θεραπεία με κλοβαζάμη (CLB). Επειδή τόσο η CLB όσο και η CBD μεταβολίζονται αμφότερα στο μονοπάτι του κυτοχρώματος P450 (CYP), προβλέψαμε μια αλληλεπίδραση φαρμάκου-με-φάρμακο, την οποία αξιολογούμε σε αυτό το άρθρο.
ΜΕΘΟΔΟΙ: Δεκατρία άτομα με ανερέθιστη επιληψία που έλαβαν συγχρόνως CLB και CBD σύμφωνα με την IND 119876 συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη αυτή. Οι δημογραφικές πληροφορίες συλλέχθηκαν για κάθε υποκείμενο, συμπεριλαμβανομένης της ηλικίας, του φύλου και της αιτιολογίας των επιληπτικών κρίσεων, καθώς και των συγχορηγούμενων αντιεπιληπτικών φαρμάκων (antiepileptic drugs, AED). Η CLB, Ν-διμεθυλοκλοβαζάμη (νορκλοβαζάμη, nCLB) και τα επίπεδα της CBD μετρήθηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με CBD. Οι δόσεις CLB καταγράφηκαν στην αρχική τιμή και στις εβδομάδες 4 και 8 της θεραπείας CBD. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρακολουθήθηκαν.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Αναφέρουμε αυξημένα επίπεδα CLB και nCLB σε αυτά τα θέματα. Η μέση (± τυπική απόκλιση [SD]) αύξηση των επιπέδων CLB ήταν 60 ± 80% (95% διάστημα εμπιστοσύνης (CI) [2-91%] στις 4 εβδομάδες), η μέση αύξηση των επιπέδων nCLB ήταν 500 ± 300% (95% CI [+90-610%] στις 4 εβδομάδες). Εννέα από τα 13 άτομα είχαν μείωση κατά >50% στις επιληπτικές κρίσεις, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό ανταποκριτή 70%. Τα αυξημένα επίπεδα CLB και nCLB και μειώσεις στη συχνότητα των κρίσεων εμφανίστηκαν παρόλο που, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με CBD, οι δόσεις CLB μειώθηκαν για 10 (77%) από τα 13 άτομα. Παρενέργειες αναφέρθηκαν σε 10 (77%) από τα 13 άτομα, αλλά μετριάστηκαν με τη μείωση της δόσης CLB.
ΣΗΜΑΣΙΑ: Η παρακολούθηση των επιπέδων CLB και nCLB είναι απαραίτητη για την κλινική φροντίδα των ασθενών ταυτόχρονα με CLB και CBD. Παρόλα αυτά, η CBD είναι μια ασφαλής και αποτελεσματική θεραπεία της ανθεκτικής επιληψίας σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία CLB”.
9. Yasueda A, Urushima H, Ito T. Efficacy and Interaction of Antioxidant Supplements as Adjuvant Therapy in Cancer Treatment: A Systematic Review. (Αποτελεσματικότητα και Αλληλεπίδραση Αντιοξειδωτικών Συμπληρωμάτων ως Βοηθητική Θεραπεία σε Θεραπεία Καρκίνου: Μια Συστηματική Επισκόπηση) Integr Cancer Ther. 2016;15(1):17-39.
https://sci-hub.cc/10.1177/1534735415610427
Περίληψη
“Το οξειδωτικό στρες είναι βασικό στοιχείο της καρκινογένεσης. Αν και η ακτινοβολία παράγει αντιδραστικά είδη οξυγόνου (Reactive Oxygen Species, ROS), μερικοί αντικαρκινικοί παράγοντες όπως παράγοντες αλκυλίωσης, λευκόχρυσου και αντικαρκινικά αντιβιοτικά ασκούν κυτταροτοξικότητα δημιουργώντας ελεύθερες ρίζες. Τα μη-ενζυματικά εξωγενή αντιοξειδωτικά όπως οι βιταμίνες, τα ανόργανα συστατικά και οι πολυφαινόλες μπορούν να εξουδετερώσουν τη δραστηριότητα ROS. Ωστόσο, αν τα αντιοξειδωτικά μεταβάλλουν τα αντικαρκινικά αποτελέσματα κατά τη διάρκεια της ακτινοθεραπείας και ορισμένοι τύποι χημειοθεραπείας παραμένουν ασαφείς. Στην παρούσα μελέτη, εξετάσαμε τα αντιοξειδωτικά ως βοηθητική θεραπεία για ασθενείς με καρκίνο κατά τη διάρκεια χημειοθεραπείας ή ακτινοθεραπείας. Διεξήχθησαν έρευνες ηλεκτρονικής βιβλιογραφίας για την επιλογή όλων των τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων κλινικών δοκιμών (Randomized controlled trials, RCTs) στις οποίες χορηγήθηκαν αντιοξειδωτικά σε ασθενείς με καρκίνο μαζί με χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία. Περιλήφθηκαν άρθρα ή περιλήψεις γραμμένα στα αγγλικά. Συνολικά, 399 αναφορές έλαβαν πρωτογενή έλεγχο. Τα αλληλοεπικαλυπτόμενα άρθρα και εκείνα που πληρούν τα κριτήρια αποκλεισμού (όχι RCT, όχι ανθρώπινα και καμία χορήγηση από το στόμα) αποκλείστηκαν. Τέλος, συμπεριλήφθηκαν 49 αναφορές που αντιστοιχούν στα κριτήρια ένταξης. Ήταν δύσκολο να καθοριστεί αν τα αντιοξειδωτικά επηρεάζουν τα αποτελέσματα της θεραπείας ή αν τα αντιοξειδωτικά βελτιώνουν τις δυσμενείς επιδράσεις που προκαλούνται από τη χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία. Είναι επιθυμητή η χρήση μιας μεθόδου βασισμένης σε στοιχεία για την επιλογή συμπληρωμάτων που ταιριάζουν καλύτερα στους καρκινοπαθείς. Παρόλο που υπάρχουν πολλές απόψεις σχετικά με τους κινδύνους ή τα οφέλη της αντιοξειδωτικής συμπλήρωσης, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι η βλάβη που προκαλείται από την αντιοξειδωτική συμπλήρωση παραμένει ασαφής για τους ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με καρκίνο, εκτός από τους καπνιστές που υποβάλλονται σε ακτινοθεραπεία”.
10. Muñoz E. Cannabinoides y sistema inmune. En: Efectos terapéuticos de los cannabinoides. (Κανναβινοειδή και ανοσοποιητικό σύστημα. Σε: Θεραπευτικές επιδράσεις των κανναβινοειδών) Ed: Instituto Universitario de Investigación en Neuroquímica de la Universidad Complutense de Madrid. 2017. p. 55-64.

Η αρθρογράφος Cristina Sánchez:
Η Cristina Sánchez είναι καθηγήτρια στη βιοχημεία και τη μοριακή βιολογία στο Complutense University της Μαδρίτης. Η έρευνά της επικεντρώνεται στη μελέτη του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος σε ένα ογκολογικό πλαίσιο. Ο απώτερος στόχος είναι να κατανοηθεί η αντικαρκινική δράση των κανναβινοειδών στον καρκίνο του μαστού σε μοριακούς όρους και να χρησιμοποιηθεί για κλινικούς σκοπούς. Η Cristina ήταν ο Επιστημονικός Γραμματέας της Spanish Society of Cannabinoid Research (Ισπανική Εταιρεία Κανναβινοειδών Ερευνών) και εξακολουθεί να βρίσκεται στο διοικητικό της συμβούλιο. Ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη του πρόσφατα σχηματισμένου Spanish Observatory of Medicinal Cannabis (Ισπανικό Παρατηρητήριο Φαρμακευτική Κάνναβη) και σήμερα είναι γραμματέας του.